Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2022

Βυζαντινή Τέχνη

 
                                       
                   
                                    
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ    ΤΕΧΝΗ




    Η καλύτερη έκφραση του Βυζαντινού Πολιτισμού είναι η τέχνη που πουθενά αλλού ο βυζαντινός πολιτισμός  δεν παρουσιάζει τόση πρωτοτυπία, πληρότητα και δυναμισμό.
Ως τέχνη είναι μία δυναμική σύνθεση δύο βασικών παραδόσεων, της ελληνιστικής & της  ελληνορωμαϊκής εποχής.  

   Απο τον 3ο αιώνα και μετά, ο ρωμαϊκός κόσμος βυθίζεται σε αξεπέραστη κρίση. Είναι η εποχή που στο ρωμαϊκό κόσμο εξαπλώνονται με μορφή αληθίνης πυρκαγιάς οι μυστικιστικές θρησκείες που όλες τους έχουν αφετηρία την Μ. Ανατολή και ειδικά την Συρία - Αίγυπτο. Μέσα σε αυτό το κλίμα θα επικρατήσει τελικά ο Χριστιανισμός, που είναι επίσης μια μυστικιστική θρησκεία. Ο Χρηστιανισμός θα γίνει η ουσία του βυζαντινού κόσμου. 

   Η νέα θρησκεία που επικρατούσε, απαιτούσε νέα μορφή έκφρασης. Ο νέος κόσμος που αποδέχεται την υπερβατικότητα του Χρηστιανισμού, απαιτούσε μια τέχνη που θα χάριζε την αισθητική και την συγκίνηση του υπερβατικού, που θα του έφερνε το ρίγος του θεϊκού δέους σε κάθε του μορφή. Και πρότυπο μιας τέτοιας τέχνης ήταν η συροαρμαϊκή της εποχής που εδραιώνεται ο Χριστιανισμός.

   Η τέχνη που πρέπει να εκφράσει αυτή την νέα τάση, αυτήν την υπερβατικότητα του Θεού και ταυτόχρονα το μεγαλείο της αυτοκρατορίας που προσωποποιείται στο θεσμό του αυτοκράτορα, κάνει την εμφάνησει της απο τις αρχές του 3ου αιώνα. Απο την εποχή του Διοκλητιανού τα αγάλματα παρουσιάζουν μια σαφή τάση προς το συμβολικό. Στο πρόσωπο του αυτοκράτορα προσπάθουν να εκφράσουν το μεγαλείο της Ρώμης. Έτσι η μορφή του αυτοκράτορα χάνει την ανθρώπινη μεγαλοπρέπειατων παλαιών αγαλμάτων της Ρώμης και απλώνεται πάνω της. 

    Ο Χριστιανισμός δεν αναζητά την τελειότητα της μορφής, την ομοιότητα προς αντικειμενικό κόσμο, αλλά το υποβλητικό. Θέλει μια άμεση τέχνη και απλή. Τα υλικά παίζουν τώρα ξεχωριστο ρόλο. Οι Χριστιανοί βρήκαν περισσότερο ταιριαστή στις δικές τους απαιτήσεις την  αραμαϊκή τέχνη (Συρία). Ήταν μια τέχνη που απευθύνονταν άμεσα στο αίσθημα, παρόλο που δε μπορούσε να συγκριθεί σε καλλιτεχνική εκφραστικότητα με την Ελληνική  και την Ελληνορωμαϊκή.

    Η Εκκλησία παρέμεινε φορέας της βυζαντινής οικουμενικότητας. Έτσι ήταν φυσικό η τέχνη να ακολουθήσει τα πεπρωμένα της Εκκλησίας και του κράτους. Οι δεσμοί της τέχνης με τη λατρεία ήταν πολύ στενοί, επιπλέον η τέχνη αγνοώντας γλωσσικούς φραγμούς, θα μπορούσε να διασπαρεί ευρήτατα και να επιτύχει τόσο άμεσα αποτελέσματα, που ποτέ κανένα φιλολογικό κείμενο δε θα μπορούσε να πλησιάσει. Ένα χαρακτηριστικό επακόλουθο της προσκόλλησης της τέχνης στην Εκκλησία είναι ότι παρά τις ααπεγνωσμένες απόπειρες άρσεις του σχίματος ( Σύνοδοι της Λυόν και της Φλωρεντίας, 1274 και 1439 ), δεν παρατηρείται καμία απήχηση της λατινικής έκθεσης. 
 





    Η επίδραση της λειτουργίας στην τέχνη ανάμεσα στους θρησκευτικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην διάπλαση της Βυζαντινής Τέχνης στάθηκε ιδιαίτερα ουσιώδης η λείτουργικότητα της. Όμως στην μνημιακή η τέχνη προσλαμβάνει πολύ μεγαλύτερη σημασία. Στην αρχιτεκτονική κάθε οικοδόμημα που προοριζόταν για τη λατρεία, διαρρυθμίζεται  σύμφωνα με την ανάγκη λειτουργίας.

    Το τέμπλο ήταν λεπτό και για μεγάλο χρονικό διάστημα μάλλον χαμηλό,


 περισσότερο εξάρτημα της λειτουργίας παρά αρχιτεκτονικό στοιχείο. Η εσωτερική διαρρύθμιση της μεσαιωνικής εκκλησίας παρέμεινε ίδια με εκείνη της παλαιοχρηστιανικής περιόδου, παρόλο ότι τη βασιλική είχε αντικαταστήσει η σταυρωειδής εγγεγραμένη.



    Αυτή η μερική ακολουθία αναντιρρητά αποδεικνυεί κάποια συντηρητικότητα  των αρχιτεκτόνων χώρις να θέτει υπο αμφισβήτηση τον κανόνα οτι η λειτουργία ασκούσε πάντα επίδραση στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική.


     Ασφαλώς το τέμπλο δεν ήταν καλά προσαρμοσμένο στην λειτουργικότητα ενός σταυροειδούς οικοδομήματος αλλά αυτό απλά δίνει έμφαση στις ανάγκες της λατρείας που οι αρχιτέκτονες ικανοποιούσαν όσο καλύτερα μπορούσαν.

                        

                             



      Όσο για την γλυπτική, στο ορθόδοξο Βυζάντινο δε συνεχίστηκε με την μορφή που είχε στην αρχαία ελληνική και ρωμαϊκη εποχή. Η ορθόδοξη τέχνη απέφυγε τα ολόγλυφα έργα (δηλαδή τα περίοπτα αγάλματα), εκφράζοντας χαρακτηριστικά την αποστροφή του Χριστιανισμού προς το ανθρώπινο σώμα. Η γλυπτική έγινε πιό διακοσμητική και υποτάχτηκε στην αρχιτεκτονική.



 Αντανακλά τις επιδράσεις αρχαίων και ανατολικών προτύπων, με την πρόσθετη όμως σφραγίδα της θρησκευτικής  και πνευματικής εμπειρίας του μεσαιωνικού ανθρώπου του Βυζαντίου. Η γλυπτική εκτός απο την διαμόρφωση των αρχιτεκτονικών μελών, εφαρμόστηκε σε αντικείμενα της Χριστιανικής λατρείας και της καθημερινής ζώης, καθώς και σε γλυπτικά έργα μικροτεχνίας 

    Ως προς την τεχνική, η γλυπτικη περιορίστηκε στο ελαφρά εξέχον ανάγλυφο. Το πρότυπο (bas relief), ενώ το έξεργο ανάγλυφο (ολικά έξεχον, roude bosse) εξαφανίστηκε μετά το 6ο αιώνα. Ιδιαίτερα διαδεδομένο ήταν το "επιπεδόγλυφο" *ανάγλυφο πάνω σε πλάκα,

                              

από όπου αφαιρούταν το βάθος. Συχνά οι κοιλότητες συμπληρώνονταν με μαστίχα αναμειγμένη με χρώμα ή άλλο υλικό (ελαφαντόδοτο, έγχρωμο μάρμαρο) με την " ένθετη " μέθοδο (inscrustatio).

   Αυτοτελή έργα γλυπτικής είναι οι σαρκοφάγοι που η διακόσμηση τους παρουσιάζει δυο τεχνοτρεοπίες, την αλεξανδριανή και την μικρασιατική-συριακή (Σαρκοφάγος Ιονίου Βάσσου, Άγιος Πέτρος Ρώμη, 4ος αιώνας και σαρκοφάγοι  τησ Ραβέννας, 5ος αιώνας), καθώς και οι ανάγλυφες μαρμάρινες πλάκες ή εικονογραφημένα ανάγλυφα. Τα έργα αυτά παρουσιάζουν επιδράσεις απο την ύστερη αρχαιότητα της Ανατολικής τέχνης Kat, το Χριστιανικό Συμβολισμό.  Απεικονίζουν φυτικά διακοσμητικά μοτίβα (άμπελος, άρτος, αμνός κλπ.), καθώς και ανθρώπινες μορφές (σκηνές των δύο Διαθηκών ή μεμονωμένες μορφές με επικρατέστερο θέμα την Παναγία).  







Η τέχνη του ξυλογλύπτη

                                                ΤΕΧΝΗ  ΤΟΥ  ΞΥΛΟΓΛΥΠΤΗ     Ως ξυλογλυπτική ορίζουμε την τέχνη της απεικόνισης έργων πάνω σ...