ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΞΥΛΟΓΛΥΠΤΗ
Αποτελεί δηλαδή, έναν ειδικό τομέα της γλυπτικής. Γνωρίζουμε πως αναπτύχθηκε από τους προϊστορικούς χρόνους. Παρόλα αυτά, τα παλαιότερα δείγματα της δεν υπάρχουν πλέον λόγω της μηδαμινής αντοχής του ξύλου στο πέρασμα του χρόνου.
Ως γνωστόν, καμία τέχνη δεν περιορίζεται στη θεωρία. Πρώτη και κύρια πηγή μάθησης είναι η άσκηση, είτε στο εργαστήριο είτε, πιο μεθοδικά, σε εξειδικευμένες σχολές. Για να επιτύχουμε ολοκληρωμένη γνώση, απαιτείται ο συνδυασμός θεωρίας και πράξης. Ο νεαρός τεχνίτης περνούσε από διαδοχικά στάδια αρχίζοντας από δευτερεύουσες εργασίες βοηθητικές εργασίες, εξοικειώνονταν με το αντικείμενο και τις μεθόδους επεξεργασίας του και βαθμιαία αναλάμβανε περισσότερες και πιο υπεύθυνες εργασίες, μέχρι να γίνει τέλειος τεχνίτης.
Αν και σήμερα οι συνθήκες είναι
εντελώς διαφορετικές και η σχολή ή το εργαστήριο διαφέρουν από το παλιό
παραδοσιακό συνεργείο, η ολοκληρωμένη γνώση συνεχίζει να προέρχεται από τη
συσχέτιση θεωρίας και πρακτικής. Η θεωρία επεκτείνει και βαθαίνει την πρακτική
τριβή και η άσκηση επιβεβαιώνει και στεριώνει την θεωρία.
Αυτή η σκέψη υπήρξε και
η αφετηρία αυτού του κεφαλαίου. Δεν σκοπεύει να δημιουργήσει τεχνίτες, αλλά να
πλουτίσει το γνωστικό τους πεδίο, να τους συνδέσει με το ήθος και τις συνθήκες
δουλειάς των παλιών τους ομοτέχνων.
Η
ξυλογλυπτική κατέχει εξέχουσα θέση, ποσοτικά και ποιοτικά, τόσο στην ελληνική
παραδοσιακή τέχνη όσο και στη σύγχρονη χειροτεχνική δραστηριότητα. Χιλιάδες
θαυμαστά ξυλόγλυπτα τέμπλα, άμβωνες, προσκυνητάρια, αναλόγια, παγκάρια,
αρτοφόρια και άλλα σκεύη που αφορούν εκκλησιαστικά είδη υπάρχουν στους
χριστιανικούς ναούς στον ελληνικό χώρο. Ταβάνια, πόρτες, μεσάντρες, σκάλες,
κασέλες κι έπιπλα στολισμένα με ανάγλυφα κοσμούν το εσωτερικό κατοικιών, τόσο
στις επαρχίες, όσο και στις πόλεις.
Ακρόπρωρα,
μουσικά όργανα, γκλίτσες, ρόκες, κουτάλια, πιρούνια και ποίκιλα
μικροαντικείμενα εκτίθενται σε Μουσεία και ιδιωτικές συλλογές ή αποτελούν
οικογενειακά κειμήλια. Μα και η σύγχρονη ξυλογλυπτική είναι εξίσου πλούσια σε
επιτεύγματα. Δραστήρια εργαστήρια υπάρχουν σε ολόκληρη την Ελλάδα και η
παραγωγή τους όχι μόνο καλύπτει τις ανάγκες της εσωτερικής κατανάλωσης, αλλά
πραγματοποιεί και εξαγωγές. Βασισμένη σε παραδοσιακά μορφολογικά στοιχεία
προχώρησε με τόλμη και σύνεση στη δημιουργία σύγχρονων εφαρμογών.
Όπως προείπαμε τα ξυλόγλυπτα των αρχαίων χρόνων έχουν καταστραφεί λόγω της μη αντοχής τους στο χρόνο κι έχουνε απομείνει ελάχιστα δείγματα, κυρίως στην Αίγυπτο λόγω του ξηρού της κλίματος. Στοιχεία για την ύπαρξη τους έχουμε κυρίως από ιστορικές πηγές. Από άλλους λαούς αξιόλογα ξύλινα μνημεία βρίσκουμε στην Αφρική, στους Παπούα, στους Μαόρι, στη Νότια Αμερική, στον Ισημερινό και το Περού.
Στην μετέπειτα ιστορία παρατηρούμε πως στη Δυτική Ευρώπη η
ξυλογλυπτική ακολουθεί τους μεγάλους ρυθμούς που αναπτύχθηκαν εκεί, όπως ο
Γοτθικός, η τέχνη της Αναγέννησης, το μπαρόκ και το ροκοκό. Σημαντική ήταν και
η επίδοση των Βυζαντινών σε έργα εκκλησιαστικής και κοσμικής τέχνης. Τόσο στην
Πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, όσο και στα μεγάλα κέντρα της απέραντης
Αυτοκρατορίας, η ξυλογλυπτική γνώρισε μεγάλη άνθιση.
Στην εκκλησιαστική ξυλογλυπτική μεγάλη ώθηση έδωσε κατά τον 16ο αιώνα η εμφάνιση του ξυλόγλυπτου τέμπλου, που πιθανότατα προέρχεται από την ορθόδοξη Ρωσία. Είναι ένα νέο στοιχείο γιατί παλιότερα κυριαρχούσε τοχαμηλό μαρμάρινο τέμπλο που αποτελούταν από τετράγωνες πλάκες με ενδιάμεσα κολωνάκια.

